banner

Διατροφή

Η σωστή διατροφή για την καρδιά είναι χαμηλή σε χοληστερίνη, ζωικό λίπος, ζάχαρη, αλάτι, καφεΐνη.  Ο κίνδυνος εμφάνισης στεφανιαίας νόσου είναι μεγάλος όταν η χοληστερίνη του αίματος είναι πάνω από 200mg/dl ή τα τριγλυκερίδια πάνω από 150mg/dl.

Η  μεσογειακή διατροφή και ιδιαίτερα η παραδοσιακή κρητική κουζίνα (περισσότερο ψωμί, λαχανικά, ψάρια, φρούτα, ελαιόλαδο και λιγότερο κρέας, αλλαντικά και βούτυρο) υιοθετούνται ως οι πλέον κατάλληλες και για μετεμφραγματικούς ασθενείς.

Μετά από πολύχρονες έρευνες οι επιστήμονες πια συμφωνούν ότι μια αλλαγή στη δίαιτα και μάλιστα με έμφαση στο είδος των λιπών που καταναλώνονται μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των θανάτων από στεφανιαία νόσο. Διακρίνουν τα λίπη σε «καλά», «κακά» και «απαραίτητα».

Τα κορεσμένα λίπη ή  έλαια βρίσκονται κυρίως στο κρέας, στα γαλακτοκομικά και σε κάποια τροπικά λάδια και αποτελούνται στην πλειονότητά τους από κορεσμένα λιπαρά οξέα. Θεωρούνται «κακά» λίπη καθώς αυξάνουν τον κίνδυνο για νόσους όπως η στεφανιαία, ο διαβήτης και η παχυσαρκία.
Τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα από τα οποία αποτελείται το λάδι της ελιάς, όχι μόνο δεν βλάπτουν αλλά προστατεύουν την καρδιά ενώ συνδέονται και με χαμηλότερα ποσοστά καρκίνου. Αυτά κατατάσσονται στα «καλά» λίπη.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη κατηγορία λιπαρών οξέων: τα «απαραίτητα», τα οποία όχι μόνο ωφελούν τον οργανισμό αλλά θεωρούνται απολύτως απαραίτητα για τις διάφορες λειτουργίες του. Αυτά ανήκουν στην κατηγορία των πολυακόρεστων λιπαρών οξέων και χωρίζονται σε δύο υποομάδες: στα ω-6 λιπαρά οξέα και στα ω-3 λιπαρά οξέα.
Ως αποτέλεσμα των επισταμένων ερευνών η Αμερικάνικη Καρδιολογική Εταιρεία τροποποίησε τις οδηγίες της που αφορούν στην κατανάλωση λιπών και έχουν σήμερα ως εξής:

Μείωση της LDL, δηλαδή της «κακής» χοληστερίνης, με περιορισμό των λιπών που την αυξάνουν, όπως τα κορεσμένα λιπαρά οξέα (κρέας, γαλακτοκομικά) και τα trans – λιπαρά οξέα (μαργαρίνη, γλυκά εμπορίου, σνακ).
Μείωση της πρόσληψης των «κακών» λιπών δεν σημαίνει πλήρη εξάλειψη του λίπους από τη διατροφή, αλλά αντικατάστασή  του από άλλες πηγές «καλού» λίπους. Οι δίαιτες που περιορίζουν πολύ τα λίπη και έχουν πολλούς υδατάνθρακες (πάνω από 60% της ενέργειας) ενδέχεται να οδηγήσουν σε αύξηση των τριγλυκεριδίων και μείωση της HDL -- της «καλής» χοληστερίνης --  αποτελέσματα που ίσως έχουν να κάνουν με αύξηση του κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο.
Ολο και περισσότερες ενδείξεις συνηγορούν ότι τα τρόφιμα που είναι πλούσια σε ω-3 λιπαρά οξέα έχουν όχι μόνο καρδιοπροστατευτικές ιδιότητες αλλά βοηθούν και σε άλλες ασθένειες, όπως φλεγμονές ή αυτοάνοσα νοσήματα.  Τροφές πλούσιες σε ω-3 λιπαρά οξέα είναι τα ψάρια, ειδικά τα παχιά ψάρια όπως ο σολωμός, η ρέγκα, η πέστροφα, το σκουμπρί, τα μπαρμπούνια, ο τόνος, τα σκούρα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, το λινέλαιο, οι ξηροί καρποί και το λάδι σόγιας.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι χρειάζεται αντικατάσταση και όχι εξάλειψη των λιπών που έχει ανάγκη καθημερινά ο οργανισμός.